|

Ευρηματικός, παρατηρητικός και διαβασμένος ο συγγραφέας, συνέλεξε εμπειρίες 32 ετών, και εννέα μουντιάλ που παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς με την δημοσιογραφική ιδιότητα και τις καταθέτει με χάρη σε μια άριστα επιμελημένη, σε ότι αφορά το περιεχόμενο, έκδοση. Απευθύνεται σε ποδοσφαιρόφιλους, αλλά είναι αναγνώσιμο και σε κοινό όπου το ποδόσφαιρο δεν είναι στις προτεραιότητές του.
Ξεκινά την αφήγησή του αναλύοντας την περίπτωση του Ζυλ Ριμέ, του Γάλλου που εμπνεύστηκε και εργάστηκε σκληρά για την σύσταση και λειτουργία του θεσμού. Με ταπεινή καταγωγή, υπήρξε ευθύς εξ αρχής υπέρ της επαγγελματικής προσέγγισης σε αντίθεση με το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής, ένεκα Πιερ ντε Κουμπερτέν και το ιδεώδες του Ολυμπισμού. Χρειάστηκε ως συνήθως σε τέτοιες περιστάσεις σωρεία συμβιβασμών, αλλά η Ιστορία, δια χειρός Kuper, μας παραδίδει τον Ριμέ καθαρό και σε σύγκριση με τους διαδόχους του, άριστο.
Στη συνέχεια ο συγγραφέας ξετυλίγει μια ακολουθία γνώσεων και εμπειριών, είτε ως παιδί, είτε ως φοιτητής, είτε ως εργαζόμενος καθώς έτυχε να αντλήσει πολιτιστικά στοιχεία από διάφορες χώρες, όπως την Νότια Αφρική, την Ολλανδία, την Αγγλία, την Γαλλία. Έχοντας έτσι μια οικουμενικότητα, μετά το πέρας των σπουδών του στην Οξφόρδη εργάστηκε στους Financial Times και ταυτόχρονα ξεκίνησε την εμπλοκή του με το ποδόσφαιρο όπου συν τω χρόνω χτίζοντας σχέσεις εισχωρούσε όλο και βαθύτερα στον πυρήνα του χώρου, καταλάβαινε περισσότερα και κυρίως παρακολουθούσε τις εξελίξεις που κόμιζαν οι αρχές του σπορ.
|
|
Read more...
|
|

Διαβασμένο πριν από 50 χρόνια, το πόνημα του Α. Καμύ, με είχε εντυπωσιάσει αλλά στον πυρήνα του παρέμενε δυσνόητο, πέραν της στεγνής αιτιοκρατικής ερμηνείας των πραγμάτων που αντιλαμβανόμουνα. Μακριά από την όποια λογική ακολουθία που καταλάβαινα, μου άρεσε μεν, δεν με κατέκτησε δε. Σαν τις ηλικιωμένες κυρίες που όταν παρακολουθούν πολιτικό να ομιλεί μουρμουράνε πως: «δεν καταλαβαίνω τι λέει, αλλά τα λέει τόσο ωραία». Μεταξύ μας, επ' αυτού, ούτε οι νεότεροι καταλαβαίνουν.
Καθώς όλοι συνηγορούν πως η κινηματογραφική μεταφορά ακολούθησε πιστά το περιεχόμενο του βιβλίου ο σκηνοθέτης Φρανσουά Οζόν, έχει κάνει μαγικά εξωτερικά πλάνα, αναδεικνύει την λιτή γοητεία του ασπρόμαυρου και γεννά ένα απαράμιλλο κλίμα όπου πλάθει την ιστορία του.
Στο καυτό Αλγέρι του Μεσοπολέμου, με τα προσεγμένα σκηνικά, τις Traction Avant να περισσεύουν στα πλάνα, και μια άρτια αναπαραγωγή της εποχής, ο ήρωας εμφανίζεται απόμακρος, σιωπηλός, ανέκφραστος, σχεδόν κατατονικός.
Με βλέμμα κουρασμένο και μια αδιαφορία για όλα όσα μικρά ή μεγάλα οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι υπόλοιποι ενδιαφέρονται, αδειάζει τις μέρες και τις νύχτες του νωχελικά.
|
|
Read more...
|
|

Στο ερώτημα πως μια σπάνια, εξαιρετική, δουλειά, ένας πραγματικός θησαυρός μπορεί να σε βυθίσει στη στεναχώρια, η απάντηση είναι κάπως έτσι:
Κατέφθασε με το ταχυδρομείο, πολύ επιμελώς συσκευασμένο ευγενική χειρονομία φίλου τινός από τα Σάλωνα και την ευρύτερη αδούλωτη, τρόπον τινά, Φωκίδα. Τίτλος: Οι «Δελφοί τη δεκαετία του 1950». Υπότιτλος: «Με τον φακό του Robert MacCabe». Πρόκειται για μια ιδιαίτερα προσεγμένη και ακριβή έκδοση. Το εισαγωγικό σημείωμα φέρει την υπογραφή της Υπουργού Πολιτισμού το οποίο ακολουθούν δυο επίσης, ιδιαίτερα ενημερωτικά και περιεκτικά κείμενα αξιωματούχων του υπουργείου. Εξίσου πλήρεις είναι και οι λεζάντες που συνοδεύουν τις εικόνες, ενώ η έκδοση είναι δίγλωσση με τα κείμενα τόσο στην Ελληνική όσο και στην Αγγλική.
Όπως προμηνύει και ο τίτλος, έχει να κάνει με την φωτογραφική κάλυψη του μαντείου των Δελφών, που αποτέλεσε το κέντρο ενδιαφέροντος του Αμερικανού, φοιτητή, τότε, Robert MacCabe. Γεννημένος στο Σικάγο το 1944, είναι μόλις 21 ετών όταν το 1955 έρχεται για πρώτη φορά στον τόπο μας. Η δουλειά που κάνει πέρα από την τεχνική αρτιότητα, τα απίθανα κάδρα, τον εξαιρετικό φωτισμό, όλα σε μαυρόασπρο φιλμ που φόρτωνε σε Rolleiflex, αποτελεί μια σπάνια κιβωτό όπου φυλάσσεται ακινητοποιημένο το μοναδικό παρελθόν αυτού του τμήματος της Ελλάδας. Του Ομφαλού της γης.
Από όλα τούτα τα σπουδαία, όμως, κυριολεκτικά ταυτίστηκα με μια παράγραφο του ίδιου του MacCabe, στο σύντομο επίμετρο που συνέταξε:
|
|
Read more...
|
|
Δυόμιση αιώνες αριθμεί η συγκρότηση των Η.Π.Α. ως ανεξάρτητο κράτος και μόλις 70 χρόνια ως κυρίαρχη δύναμη του πλανήτη. Έχει πολύ δρόμο μέχρι να φτάσει τους πέντε της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τους έξι της Οθωμανικής και τους οκτώμισι αιώνες της Βυζαντινής. Είναι ένα φρέσκο κράτος και μια φρεσκότερη αυτοκρατορία, άλλο θέμα αν η σφοδρή επιτάχυνση των τεχνολογιών σαν να πυκνώνει τον χρόνο από τον 20ό αιώνα και μετά. Έτσι σήμερα, τα 342 εκατομμύρια πολιτών των Η.Π.Α. έχουν λόγους να εορτάζουν αυτούς τους δυόμιση αιώνες της ανεξαρτησίας τους με όλες αυτές τις συνήθως πομπώδεις τελετές, που, επί προεδρίας του ογδοηκοντούτη 47ου προέδρου τους θα λάβουν ακραίες τιμές με αμφιλεγόμενη αισθητική, για να τεθεί πολύ διακριτικά.

Ποιες όμως να ήταν οι προσλήψεις για το έθνος, την πολιτική του και τις επιδράσεις του στον τόπο μας από ένα παιδί που γεννήθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 50; Και πως δημιουργήθηκαν; Πάμε σε μερικές απαντήσεις μέσα από ένα προσωπικό σημείωμα.
|
|
Read more...
|
|

Πάρα πολύ δύσκολο να μη κερδίσει τον αναγνώστη ο Ε. C. Δεν είναι μόνο το τόσο ξεχωριστό περιεχόμενο, ή η σπάνια ειλικρίνεια με την οποία ακουμπά πολύ προσωπικές στιγμές, ή ακόμα η καθαρόαιμη γραφή του. Είναι και η ευθύτητά του να εκφράσει γνώμες και απόψεις για θέματα που απασχολούν πολλούς. Τα εύσημα να δοθούν και στον μεταφραστή, που μετέφερε την ζωντάνια και το σφρίγος της γραφής στην Ελληνική.
Σαν να πρόκειται για ένα οικογενειακό ημερολόγιο που ξεκινά από την εποχή που οι Μπολσεβίκοι επέβαλαν την εξουσία τους στη Ρωσία και φτάνει ως τις μέρες μας.
Καταγράφει τα συμβάντα της ευρύτερης οικογένειας του, την εξορία, την αφομοίωση στην Γαλλία, την αξιοθαύμαστη κοινωνική, ακαδημαϊκή τροχιά πολλών συγγενών, την απώλεια άλλων σε ένα περιβάλλον γεμάτο από αναταράξεις και απίθανες εξελίξεις.
Ο συγγραφέας καθώς διηγείται τα παιδικά του χρόνια, την ιστορία της οικογένειάς του, την τοποθετεί στις ευρύτερες ιστορικές εξελίξεις που επηρεάζουν πρακτικά ή συναισθηματικά τα μέλη της, γιατί μην λησμονούμε πως είναι εμιγκρέδες, ξεριζωμένοι από τον τόπο τους και διχασμένοι από το πριν και το τώρα που διαφεντεύει το μέλλον τους.
Ταυτόχρονα, προχωρά σε επισημάνσεις που χαρακτηρίζουν τις εποχές, αποκαλύπτοντας και την ευρυμάθειά του.
|
|
Read more...
|
|
Η πρόσφατη εκδημία του καπταΓιάννη, κυβερνήτη, ιδιοκτήτη και αρκετά άλλα πιο σημαντικά του «Σκοπελίτη», μοιραία συγκίνησε το πανελλήνιο καθώς σύσσωμος ο Τύπος θυμήθηκε τα θαλασσινά του κατορθώματα και τις γεμάτες μποφόρια λαμπερές, πλήρεις από δοτικότητα και ανιδιοτέλεια μέρες του. Βέβαιος ότι είχα ταξιδέψει μαζί του, γύρισα σαράντα καλοκαίρια πίσω, ψάχνοντας τα φυλαγμένα κιτάπια. Τότε που επιχειρούσε ο πρόδρομος του σημερινού « Express Σκοπελίτη», ένα σκαρί αρκετά μικρότερο που μπορεί και να χωρούσε στο πρυμνιό του μικρό αυτοκίνητο της εποχής, ας πούμε ένα Α112, σίγουρα όμως χώρεσε το δίκυκλο μου από την Νάξο. Το είχαμε ασφαλίσει εγκάρσια στην μπουκαπόρτα.

Φωτογραφία δεν βρέθηκε, αλλά βρήκα την απόδειξη με την περιγραφή: «Απόδειξη μεταφοράς μικροδεμάτων». Σεπτέμβριος του 1986 ήταν, και το κόμιστρο για μεταφέρει το δίκυκλο από την Νάξο στην Μύκονο ήταν 255 Δραχμές ή 0.7 €. Το δε εισιτήριο για «ΑΤΟΜΟ ΕΝ (1)» όπως έγραφε η απόδειξη ήταν 456 Δρχ. ή 1,3€.
|
|
Read more...
|
|
Σε ένα ιδιαίτερο κείμενο του καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αντώνη Λιάκου, καθώς μνημονεύει το έργο του Ιταλού ιστορικού Κάρλο Γκίνζμπουργκ, ο οποίος όπως επισημαίνει επέλεξε την μέθοδο της μικροϊστορίας προκειμένου να διακρίνουμε την ύπαρξη καλά κρυμμένων κόσμων, στάθηκα σε μια παράγραφο που όντως άνοιξε ένα άλλο παράθυρο θεώρησης των περασμένων: «Εκείνο που θέλει να μας πει ο Γκίνσμπουργκ είναι ότι σε μια εποχή που έμπαιναν τα θεμέλια της επιστημονικής επανάστασης, στα πάνω στρώματα της κοινωνίας. Υπήρχε ένα ανάλογο ενδιαφέρον στα λαϊκά στρώματα τα οποία με τον τρόπο τους συνδύαζαν ετερόκλητα στοιχεία γνώσεων για να συγκροτήσουν τον δικό τους κόσμο. Αν εμείς γνωρίζουμε τον μισό κόσμο, αυτόν που δημιούργησε την επιστήμη και τον Διαφωτισμό, μας παρουσιάζει τον άλλο μισό που καταδιώχθηκε και χάθηκε».

Την προηγούμενη μέρα μια εύστοχη όσο και πικρή παρατήρηση της Τασούλας Καραϊσκάκη στο κείμενο της, και αυτό στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», με τίτλο «Οι αναρτήσεις είναι πια τα “νέα”», έφερε στο προσκήνιο τις ομοιότητες με τους κόσμους του Γκίνζμπουργκ που έρχονται στο σήμερα: «Πλέον, για όλο και περισσότερους «νέα» συνιστούν οι αναρτήσεις των influencers, των διασημοτήτων, των απλών χρηστών σε Instagram και Τik Τοk, με ότι συνεπάγονται για την κοινωνικοπολιτική υγεία ο εκνοθευμένος λόγος και η ευκολία του ChapGpT». Αν προστεθεί δε και η τρομακτική απώλεια χρόνου που συνήθως δαπανάται στην παρακολούθηση άνευ ή ακόμα χειρότερα αρνητικής σημασίας θεμάτων, ο απολογισμός γίνεται ακόμα πιο απειλητικός.
|
|
Read more...
|
|
Από τα ασφάλτινα τηλεθεάματα της πλατείας Συντάγματος, της πλατείας του νερού, της εθνικής οδού, του Ζαππείου, και ότι άλλο ξεχάστηκε γρηγορότερα,μετά τις γυρουβολιές σε βαρέλια, και στο φόντο κίονες, ο αγώνας έκανε το τολμηρό βήμα προς το «Δε Χελίνικον». Δύσκολα, στην Ελλάδα, η σπατάλη θα μπορούσε να αποκτήσει πιο kitsch outfit. Μιλώντας για ένδυση όμως, ας συνειδητοποιήσουμε ότι από το σνομπ συνολάκι μπλέιζερ - φουλάρι των στελεχών της Λέσχης και την ολοένα μέσα στο χρόνο φθειρόμενη αστική υπεροψία τους, το Δ.Ρ.Α., πέρασε, με γέφυρα τα αφόρητα λόγω μνημονίων χρόνια, σε μια επαρχιώτικη αντίληψη του επιχειρείν με το εύκολο κρατικό χρήμα. Στο μεσοδιάστημα, αυτής της όχι και τόσο αναμενόμενης μετάβασης, το προσπάθησε η δεύτερη, χρονικά, διοίκηση της Ομοσπονδίας στα αβάσταχτα εκείνα χρόνια αλλά δεν πρόκαμε. Της έλειπαν περισσότερα έμψυχα, κονέ, υλικά από όσα είχε διαθέσιμα, ενώ, καλύπτοντας ακάλυπτες επιταγές αλλοτρίων, εκτέθηκε, παραμένουσα έκτοτε ακάλυπτη και περιθωριοποιημένη.

Κάπως έτσι, στο πέρασμα του χρόνου, το «ράλεϋ της Ακροπόλεως» της δεκαετίας του ΄50, ανδρώθηκε ως Διεθνές Ράλυ Ακρόπολις αλλά στις μέρες μας, το τρέχον νεοπλουτίστικο, τόσο λαμπερό, τόσο κενό, τόσο φθηνό γούστο, συνταξιοδότησε τον Ικτίνο, τον Καλλικράτη, τον Μνισικλή, και η Ακρόπολις των Αθηνών έδωσε τη θέση της το «Δε Χελίνικον» και την αισθητική του.
|
|
Read more...
|
|
Πρώτα, εκεί στα τέλη του 19ου αιώνα, αποκαλούμενα ως «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», κατόπιν στις απαρχές του β΄ Π.Π. ως «το μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης» όρος που λανσαρίστηκε από τον, και ως πατέρα της νίκης αποκαλούμενο, Winston Churchill, που σε πρώτη εκδοχή περιελάμβανε την Ιταλία, μεταγενέστερα όμως την χερσόνησο του Αίμου. Τα Βαλκάνια. Την ευρύτερη γειτονιά μας. Περιοχή εύφλεκτη, δυσερμήνευτη, δύστροπη, έχοντας υποστεί σαρωτικές επιδράσεις σε σχέση με την Ευρώπη, όπως παρατεταμένη Οθωμανική Κατοχή, Εμφύλιους πολέμους, τις συνέπειες του ανήκειν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ή για να θυμηθούμε πάλι τον W.C., στο σιδηρούν παραπέτασμα, αλλά και την απροκάλυπτα προστατευτική φτερούγα του αετού των Η.Π.Α.

Σε ένα τόσο εύκολα συναλλασσόμενο διεθνές πλαίσιο, όπου σημαντικά κεφάλαια μεταφέρονται από ισχυρούς παίκτες ισχυρών οικονομιών, σε παρθένες αγορές που υπόσχονται πλήρη ελευθερία κινήσεων, για να διατυπωθεί πολύ διακριτικά, οι κινητοποιήσεις των γειτόνων ενάντια στα σχέδια του Αμερικανού γαμβρού δείχνουν μια σπάνια ακεραιότητα, αν δεν υπάρχει κάτι άλλο που προς το παρόν δεν φαίνεται. Στην περίπτωση που βλέπουμε ξεκάθαρα ότι συμβαίνει, η μαζικότητα της αντίδρασης δεν δείχνει το κλασσικό «δώστε κάτι παραπάνω για να κάνουμε τη δουλειά» αλλά το περήφανο: «μαζέψτε τα και δρόμο».
|
|
Read more...
|
|
Δεν είχα διαβάσει το πρωτότυπο, από την εργογραφία του William Faukner με τον ευρύτερο τίτλο The Hamlet όπου αποτελούσε το τρίτο από τα τέσσερα βιβλία το «The long hot summer». Το είχα δεί όμως, μέσα του ’90 πρέπει να ήταν σε ιδιωτικό κανάλι, ως μικρή σειρά, 200 λεπτά όλη η υπόθεση, περίπου δέκα χρόνια μετά την παραγωγή του, το 1985. Το είχα βρει ενδιαφέρον και αρκούντως ελκυστικό. Τους κεντρικούς ρόλους κρατούσε ο Don Johnson 36άρης στα ντουζένια του, o Jason Robarts επιβλητικός στα 63, η Cybil Shepard στις ομορφιές της και η Ava Gardner να προσθέτει έναν έξτρα ρομαντισμό παλαιότερης εποχής.

Mέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, αγνοούσα πως υπήρχε και η πρωτότυπη κινηματογραφική παραγωγή από το 1958. Την έφερε στο προσκήνιο ο Χρ. Παπαγεωργίου από το "Τρίτο"που αφιέρωσε ένα ωριαίο αφιέρωμα στην εκπομπή του «…αναζητώντας την κυρία με την στρυχνίνη», παρουσιάζοντας την μουσική του Alex North που έντυσε την ταινία. Η άρτια και όμορφη παρουσίαση με ώθησε να δω την ταινία, που είχε σαφώς πιο γερό καστ.
|
|
Read more...
|
|
Από το 1957 έως το 1979 ήταν εκεί. Στις εκκινήσεις, στους τερματισμούς, στις απονομές του. Στο φόντο. Υπογραμμίζοντας την βαρύτητα της ονομασίας. Όρθωνε το μαρμαρένιο ανάστημά της, σαν βαρυσήμαντη ιστορική δήλωση. Μετά το ’79 ο τερματισμός αναζήτησε μεγαλύτερους χώρους. Τοποθετήθηκε κατ' αρχάς στο Παναθηναϊκό στάδιο. Εκεί όπου είχε ξεκινήσει και το Δ΄ Δ.Ρ.Α. το ΄56, εκεί όπου τελέστηκε η εκκίνηση, ο τερματισμός του Βαλκανικού ράλυ το 1966 και αργότερα το Φθινοπωρινό.

Στην πορεία του χρόνου μετακινήθηκε και η εκκίνηση. Η πόλη μεγάλωνε αναζητούσε ανάσες, ο κόσμος μίκραινε ζητούσε πελάτες, ο αγώνας άλλαζε, προσαρμοζόταν στις νέες νόρμες έχανε τα αρώματά του, μοιραία έχανε προοδευτικά και την αυθεντική του ταυτότητα. Όταν έγινε business έχασε πολλά περισσότερα και όταν έγινε big business υπό την κρατική σκέπη, έχασε τα πάντα. Είναι πλέον, ένα προϊόν ersatz, αξίας εκατομμυρίων.
Ακολουθεί ένα μικρό αφιέρωμα για τις χρονιές που ξεκινούσε και τερμάτιζε στην σκιά του ιερού βράχου. Φράση νόστιμη και cliché μεν, ολίγον ανακριβής δε αφού η Διονυσίου Αρεοπαγίτου σκιάζεται από κάθε είδους ιστορία. Για την συνέχεια είκοσι τρεις εικόνες, συνοδευόμενες με τις λεζάντες τους, αφηγούνται στιγμές 22 ετών. Κυριολεκτικώς "Ακροπολικές" αφού το σημαντικότερο, ίσως, μνημείο του δυτικού πολιτισμού ήταν εκεί, παρόν και για τον αγώνα.
Αυτά ως αρχή λίγες μέρες πριν την τέλεση του φετινού αγώνα που κρατά το όνομα κάπως καταταχρηστικά, καθώς είναι ένα ράλυ Ακρόπολις, χωρίς Ακρόπολη μα αυτό δείχνει να είναι το λιγότερο. Για τα περισσότερα, επ' αυτού, λίγες μέρες αργότερα.
|
|
Read more...
|
|
Κάποτε θα συνέβαινε και η πρώτη νίκη του Lewis Hamilton με κόκκινο ιταλικό αυτοκίνητο. Συνέβη χθες στη Βαρκελώνη. Στο αόρατο σταντ των ουρανών, θα είχε πολύ ενδιαφέρον τι θα σχολίαζε ο Commendatore για αυτή διάκριση. Έχοντας στα δεξιά του τον Tazio, αριστερά του τον Gilles και στην αγκαλιά του, το παιδί του τον Alfredino, που τόσο πικρά το αποχωρίστηκε.

Τι θα σκεφτόταν; βλέποντας έναν επτάκις παγκόσμιο πρωταθλητή, να σημειώνει την 106 νίκη του, την έβδομη στην πίστα του Montmelό, στον έβδομο αγώνα της χρονιάς, την πρώτη με το Cavallino στο στήθος, στα 41,5 χρόνια του, μετά από 23 άγονους μήνες.
|
|
Read more...
|
|
|