Διήγημα

Λίγες λέξεις που χτίστηκαν γύρω από μια ιδέα, όπου ένα πολύ αισιόδοξο βλέμμα τις βάφτισε διήγημα.

 



περί Κλέους, αφήγηση – (Κυριακή 17 Μαρτίου 2019) PDF Print E-mail

Διήγημα βγαλμένο από τα σπλάχνα της καθημερινότητας. Γλυκόξινο, αισιόδοξα απαισιόδοξο, αληθινά ανθρώπινο. Απ΄τη καλή κι απ' την ανάποδη (κεφάλαιον πρώτο: περί Κλέους, αφήγηση)

Δέχτηκα την μήνιν, πολύ, δικού μου ανθρώπου, για τις απόψεις μου υπέρ των μετρητών. Που υποστηρίζω δηλαδή, την συναλλαγή με μετρητό, που δεν χωνεύω το πλαστικό χρήμα, που με ενοχλούν οι συναλλαγές με Pos, οι κάρτες και τα τοιαύτα.


Πήγε, λοιπόν, ο δύσμοιρος να κάμει μια χειρουργική επέμβαση ρουτίνας. Τριαντόσα χρόνια καταβάλει τα ασφάλιστρα σε ιδιωτική εταιρεία, προκειμένου να έχει μια έξτρα φροντίδα, αν χρειαστεί. Εσχάτως δε, με πολύ ζόρι καθότι έχουν ενσκήψει Μνημόνια και όλα τα βασανιστικά παρελκόμενα.

Read more...
 
Ταπητοκαθαριστήριο – (Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019) PDF Print E-mail

Το σπίτι μου το πατρικό, βρισκόταν ανάμεσα σε μια βαρελοποιία και ένα ταπητοκαθαριστήριο. Από την βαρελοποιία διατηρώ πολύ αχνές αναμνήσεις καθότι γρήγορα παραδόθηκε στους οδόντας της αντιπαροχής, κατά τη διάρκεια της επελαύνουσας πρώτης οκταετίας του, αργότερα αποκληθέντος, Εθνάρχου. Βρέφος με παρέλαβε, πρωτάκι στο Δημοτικό με άφησε, εκείνη η πρώτη του περίοδος στην Εξουσία.


Από το ταπητοκαθαριστήριο όμως, διατηρώ πιο συγκροτημένες μνήμες. Βρισκόταν σε εκείνες τις γειτονιές, μέσα στις γειτονιές. Όπου σε ένα ελεύθερο κεντρικό χώρο, παρατάσσονταν περιμετρικά καμαρούλες που φιλοξενούσαν φτωχούς πολίτες. Δεν ήταν απαραίτητη η ύπαρξη τρεχούμενου νερού, ούτε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, σε κάθε καμαρούλα, από τις οποίες οι πιο λουσάτες, είχαν  κουζινάκι με ένα καμινέτο, ή κάποιο δεύτερο μικρό χώρο. Εννοείται ότι υπήρχαν κοινές τουαλέτες, αν και τότε η δόκιμη έκφραση ήταν αποχωρητήριο, ή μέρος. Για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους η μάνα μου, αποκαλούσε αυτές τις οικιστικές συνθέσεις ως Αβησσυνία.

Read more...
 
O Σκάϊλος Ντάνυ – (Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018) PDF Print E-mail

Κατέφθασε πριν ένα χρόνο, φουντωτός, μεγάλος σε διαστάσεις, μικρός σε ηλικία, ήσυχος. Και απρόσκλητος. Από πιαρατζίδικη χειρονομία, γλυκιά μεν, μαζική δε. Αν η ερώτηση ήταν περί ράτσας, η απάντηση θα πλησίαζε περισσότερο σε αυτή του αγίου Βερνάδρου. Απευθύνθηκα προς μια ευαίσθητη ψυχή μήπως τον ήθελε, πλην όμως τον αρνήθηκε.


Το καλοκαίρι δεν πέρασε άσχημα, αν και αποκλειστικά ανάμεσα σε ενήλικες, η χνουδωτή ζωή του, ήταν κάπως αδιάφορη, εκεί στα θερινά ανάκτορα του οίκου μας. Ακολούθησε όμως ένας ολόκερος χειμώνας δίχως καμιά συντροφιά. Η μοναξιά σημάδεψε με μελαγχολία την απορημένη ματιά του.

Ακινητοποιημένος, χωρίς παρέα, στην υγρασία και το κρύο, χωρίς κανένα χάδι σε εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες. Κάτι μισόλογα μόνον, αραιά και που, στις σπάνιες επισκέψεις μου. Δεν ήταν αρκετά ούτε να αποσύρουν τις τύψεις μου για την μοναχική του τύχη, ούτε πολύ περισσότερο να του αφαιρέσουν την πικρή αίσθηση της εγκατάλειψης.

Read more...
 
«Όμορφη Ελλάς» (μέρος δεύτερο) – (Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018) PDF Print E-mail

Ιστορίες για την κιβωτό, που κουβαλούσε έναν μυθικό καμβά χαρακτήρων. (μέρος δεύτερο)

Στο μεταξύ άλλαζαν οι καπεταναίοι. Είχαν έρθει κάτι εγκσυγχρονιστές καθηγητάδες. Μετά κατέφθασαν οι επανιδρυτές του κράτους. Μα στο δρόμο κουράστηκαν. Μέχρι που μας προέκυψε ένας εγγονός και γιός καπετάνιου να αναλάβει τα κουμάντα.  Μας διαβεβαίωσε πως έχουμε καύσιμα και τρόφιμα.

 

Μετά από λίγο κατέβασε το βαπόρι στο ακρονήσι μας, εκεί στο μοιχό της Τουρκιάς και έβγαλε φετφά. Με μωβ γραβάτα. Τα κατάφερε, εκφώνησε στην ντόπια γλώσσα δυο προτάσεις αντιληπτές, χωρίς σαρδάμ, και  τι μας είπε; Ότι και η φωνάρα του καλλιτέχνη πριν χρόνια: «μ’ αφήσανε μάνες σε κάποιο χορό, στα βράχια του Ζάλογγου, στον Ευρογκρεμό»

Read more...
 
«Όμορφη Ελλάς» (μέρος πρώτο) – (Τρίτη 26 Ιουνίου 2018) PDF Print E-mail

Ιστορίες για την κιβωτό, που κουβαλούσε έναν μυθικό καμβά χαρακτήρων. (μέρος πρώτο)

Ήταν ένα μικρό καράβι, αλλά καθόλου αταξίδευτο. «Όμορφη Ελλάς» έγραφε πάνω στο ελλειπτικό πλωριό του. Παλιό, πολύ παλιό, αλλά αξιόπλοο.  Μερικές στιγμές, δεν ήταν τόσο όμορφο. Κάποιες άλλες δεν ήταν και τόσο «Ελλάς». Αλλά όλο και κρατούσε, με μια περίεργη συνθήκη κρυμμένα, αυτά τα δυο συστατικά, κάπου στα τρίσβαθα των αμπαριών του.

Και εκεί, που πήγαιναν να σβήσουν, εκεί που ήταν όλα σχεδόν χαμένα, κάτι γινόταν, αναπάντεχο θα ‘λεγες και ερχόταν μια πνοή, ένας άνεμος και τα ξαναζωντάνευε. Είχε καταλήξει το αξιοπερίεργο της Ιστορίας. Δεν ήταν τυχαίο, που ακόμα πιο παλιά, σπουδαίοι καλλιτέχνες, οι εικονολήπτες εκείνης της εποχής, ζωγράφιζαν τις ηρωικές παραστάσεις του και στας Ευρώπας. Όπως: «Στα ερείπια του Μεσολογγίου», «Σφαγή της Χίου», «Σουλιώτισες».

Το βαπόρι «όμορφη Ελλάς», ήταν σαν μια κιβωτός. Στα καταστρώματα του κουβαλούσε κάθε πλάσμα. Κάθε ψυχή. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά μέσα από τις ατελείωτες διασταυρώσεις, μα και από τα καλά ή κακά συναπαντήματα στις θάλασσες του κόσμου όλου, είχε αποκτήσει έναν μυθικό πλούτο χαρακτήρων.

Δεν κουβαλούσε μόνον ανθρώπους, μετέφερε και αγαθά. Ιδέες. Λέξεις που ‘χαν μείνει καρφωμένες με γράμματα ανεξίτηλα στις λαμαρίνες του. Κάτι ακαταλαβίστικα του τύπου: «...χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν», κάτι «δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς, που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς»

Read more...
 
<< Start < Prev 1 2 3 4 Next > End >>

Page 3 of 4