Διήγημα

Λίγες λέξεις που χτίστηκαν γύρω από μια ιδέα, όπου ένα πολύ αισιόδοξο βλέμμα τις βάφτισε διήγημα.

 



θες δε θες - (Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017) PDF Print E-mail

Μονόπρακτο, πάνω σε μια συνομιλία που ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε, ένεκα οι μέρες, με ευχές. Οι συνομιλητές είναι γνωστοί για ένα τέταρτο του αιώνα. Με πορείες όμως σπάνια τεμνόμενες. Ήταν, είναι η ίδια η ζωή, που όπως τους έφερνε κοντά με τον ίδιο τρόπο τους απομάκρυνε. Σε τοπικό επίπεδο τουλάχιστον.

Ο ηλικιακά μεγαλύτερος ρίζωσε στον τόπο. Ο μικρότερος, πιο ανήσυχο πνεύμα έζησε και ζει, εργάστηκε και εργάζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό. Την εποχή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, της ψηφιακής εικόνας, και της επικοινωνιακής αμεσότητας, οι αποστάσεις έχουν συρρικνωθεί. Έτσι, παρά το γεγονός ότι τους χωρίζουν δυο θάλασσες, οι λέξεις φτάνουν στους παραλήπτες άμεσα.

Ο ένας είναι, ας πούμε, Ποιητής, ο άλλος, ας πούμε Σιδεράς. Ας πούμε επίσης, ότι καμιά φορά αλλάζουν και ρόλους. Επιτυχημένα μάλιστα. Η σκηνή χωρίζεται στα δυο από βαριά, σκούρα κουρτίνα.

Στα αριστερά, τραπέζι κάποιου café όπου κάθεται ο Σιδεράς, στραμμένος προς την κουρτίνα, Το smartphone φωτίζει με το ψυχρό του φως το πρόσωπο. Στο φόντο Αμερικάνικη μεγαλούπολη, καταμεσήμερο με νεφελώδη ουρανό. Στη μουσική υπόκρουση, νότες από κάτι πολύ δυτικό, όταν διαβάζει αυτά που γράφει προς αποστολή.


Στα δεξιά, γραφείο σε σπίτι κι από το ανοικτό παράθυρο διακρίνεται ο λόφος του Λυκαβητού την ώρα που ο ήλιος  οδεύει προς τη δύση. Ο Ποιητής κοιτά κι’ αυτός προς την κουρτίνα, έχει ανάψει το φως του γραφείου του και πληκτρολογεί μονολογώντας, αυτά που συντάσσει, την ώρα που ακούγεται χαμηλά δημοφιλές, ελληνικό, μουσικό κομμάτι.

Αυλαία.

Read more...
 
<< Start < Prev 1 2 Next > End >>

Page 2 of 2