Riefenstahl – (Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025) PDF Print E-mail

Κοπιώδης και τελικά πετυχημένη η δουλειά του 66χρονου Γερμανού Andres Veiel, μας προσέφερε μια μεστή παρουσίαση των στοιχείων που δημιούργησαν την εικόνα, αλλά και το μύθο της Γερμανίδας καλλιτέχνιδας. Η Leni Riefenstahl, υπήρξε ηθοποιός, σκηνοθέτιδα, φωτογράφος, παραγωγός, μοντέζ και χωρίς αμφιβολία αποτέλεσε μια μοναδική γυναίκα στην χρονική περίοδο που ήταν στην δημιουργική της κορφή. Αυτό και την πρωτοποριακή, πολυσύνθετη παρουσία της δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί, ούτε να της το αφαιρέσει.


Εκεί όμως που δεν μπορεί να πείσει έναν αντικειμενικό μελετητή, είναι πως ήταν μόνο μια επαγγελματίας που έκανε τη δουλειά της, αλλά έτυχε ο εργοδότης της να είναι ο Αδόλφος. Σύμφωνοι, δεν έγινε ποτέ μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, αλλά το αποτέλεσμα της δουλειάς της ήταν η αποθέωση της ιδεολογίας που έφερε την συμφορά στην πατρίδα της, στον πλανήτη μαζί με 60 εκατομμύρια νεκρούς. Η ίδια το αρνείται πεισματικά, αλλά ο τρόπος που το κάνει δεν πείθει.

Στις διάφορες συνεντεύξεις που έδωσε μεταπολεμικά υπερασπίστηκε με σθένος ότι το 90% των συμπατριωτών της αγαπούσε τον Αδόλφο, άρα γιατί όχι και εκείνη, ότι κανείς στην Γερμανία δεν γνώριζε για τα στρατόπεδα εξόντωσης και για το Ολοκαύτωμα. Μα όσο ελεγχόμενος και αν ήταν ο Τύπος, ούτε την νύχτα των μεγάλων μαχαιριών κατάλαβαν, μήτε την νύχτα των κρυστάλλων, ούτε την οργανωμένη εξόντωση, Εβραίων, κομμουνιστών, ομοφυλόφιλων, αθίγγανων,  μήτε την μυρουδιά από τις καμένες σάρκες στα κρεματόρια αντιλήφθηκαν;

Στη διάρκεια αυτών των συνεντεύξεων και σε  κάθε ερώτηση, που στο σύνολό τους ήταν ευπρεπείς και ετέθησαν με αντίστοιχο ύφος, αντιδρούσε έντονα, με έναν εμφανή εκνευρισμό σχεδόν επιθετικά, έχοντας έτοιμο ένα λογύδριο που επαναλάμβανε τα ίδια επιχειρήματα και συνήθως τελείωνε την κουβέντα ότι δεν συζητά για πολιτική. Όσο δε μεγάλωνε, τόσο πιο έντονες ήταν οι αντιδράσεις της. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ήταν και ηθοποιός οπότε μπορούσε να ρυθμίζει τις συμπεριφορές της με ανάλογους ρόλους. Επίσης, από τις συνομιλίες της με τον Άλμπερτ Σπέερ, γίνεται κατανοητό και το οικονομικό κομμάτι όπου διεκδικούσε και εισέπραττε σημαντικά χρηματικά ποσά από την κάθε συνέντευξή της.

Σε τεράστιο αρχείο που άφησε πίσω της ακούγονται μαγνητοφωνημένες συνομιλίες υποστηρικτών της που την καλούσαν προκειμένου να την ενθαρρύνουν, αλλά το κλίμα στην τότε Δυτική Γερμανία ήταν βαρύ για το παρελθόν του τόπου. Υπήρχε ένα πέπλο τύψεων για ότι είχε προκληθεί. Δεν ήταν τόσο εύκολο να επιπλεύσουν απαλλακτικές απόψεις για το τι είχε συμβεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο όφις του φασισμού είχεν αποθάνει.

Μέσα από εκατοντάδες πλάνα όπου εμφανίζεται γίνεται αντιληπτό ένα είδος ναρκισσισμού που διακατέχεται, ακόμα και στα 90τόσα της όταν επιδιώκει ένα καλύτερο φωτισμό στο πρόσωπό της, που τσεκάρει με το καθρεφτάκι της.

Μπορούμε να θαυμάσουμε τη γυναίκα του μεσοπολέμου που σε μια σφόδρα ανδροκρατούμενη κοινωνία υπήρξε πρότυπο δημιουργικότητας, ενεργητικότητας και καλλιτεχνικής πρωτοπορίας αξιοποιώντας στο έπακρο τις γενναίες κρατικές χορηγίες που έλαβε, αλλά πως μπορούμε  να αρνηθούμε τη συμβολή της στην προβολή κάθε ναζιστικής προπαγάνδας;