περί του Συντάγματος - (Τρίτη 12 Αυγούστου 2025) PDF Print E-mail

Με βεβαιότητα δεν μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει συναρπαστικό. Δεν είναι το είδος της έκδοσης που περιμένεις πως και πώς να απαλλαγείς από τις ευθύνες και τη σκόνη της καθημερινότητας για να χαθείς στις λέξεις του. Είναι μια μελέτη νομικού και ιστορικού επιπέδου για το πώς ένα κράτος, εν προκειμένω η Ελλάδα, μπορεί να αποκτήσει, εφαρμόσει και όποτε απαιτείται να αναθεωρεί το πλέον δομικό στοιχείο μιας δίκαιης, ευνομούμενης πολιτείας. Το Σύνταγμα.

Ο κατεξοχήν καθύλην αρμόδιος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Ν. Κ. Αλιβιζάτος, μας ξεναγεί στην πορεία αυτού του τόπου να συγκροτηθεί συνταγματικά ξεχωρίζοντας τέσσερις προσωπικότητες τις οποίες χαρακτηρίζει ως αρχιτέκτονες του πολιτεύματος. Είναι οι Αλ. Μαυροκορδάτος, Χ. Τρικούπης, Ελ. Βενιζέλος. Κ. Καραμανλής. Και αυτό γιατί με διαφορετικές καταβολές ο καθένας τους μπόρεσε να υπερβεί απίστευτες δυσκολίες και να αφήσει το στίγμα του στο πολίτευμα και τη λειτουργία του. Διότι επίσης είχαν την ευφυΐα να τοποθετούν την Ελλάδα στον διεθνή της περίγυρο και να βλέπουν πιο μακριά από την εποχή τους.

Ανάμεσα από το πλούτο και το πλήθος των αναφορών και των γεγονότων που σημάδεψαν το πολίτευμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο τρόπος που οι πολιτικές συνθήκες όριζαν τις ενδεχόμενες αναθεωρήσεις του Συντάγματος. Ο συγγραφέας αντλεί από το προσωπικό αρχείο του Κ. Τσάτσου κείμενα, κατά πάσα πιθανότητα από το Φθινόπωρο του 1962, στα οποία ο μετέπειτα Π.τ.Δ., εξέθετε τους σκοπούς της προτεινόμενης αναθεώρησης. Στο συγκεκριμένο εδάφιο ήταν και η μη υποβληθείσα τελική πρόταση για την κατάργηση όχι μόνο των ορκωτών αλλά και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων. Διαβάζουμε:

«Εις τας χώρας μαστιζόμενας από τον κομμουνισμόν αλλά και από την έλλειψιν αληθούς κοινωνικής και πολιτικής αγωγής ο κοινός πολίτης, όχι μόνον δεν είναι συνήθως κατάλληλος να απονέμει το δίκαιον, αλλά συχνά αποτελεί δημόσιον κίνδυνον».

Αν όμως η παραπάνω παράγραφος οριοθετεί τη σχέση ανάμεσα στον απαίδευτο πληθυσμό με τους ικανούς, μορφωμένους κυβερνήτες, αλλά και τον πάντα παρόντα τότε, ενίοτε και ασύμμετρα προβαλλόμενο, φόβο του κομμουνισμού, τότε η επόμενη αναδεικνύει κάτι κρίσιμο και απαραίτητο το οποίο ειδικά στις μέρες μας δοκιμάζεται ιδιαίτερα.

«Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν δύναται να αναπτυχθεί επί τη βλάβη της δημόσιας ωφελείας ή εις βάρος της ελευθερίας της εθνικής ασφαλείας ή της ανθρώπινης αξιοπρεπείας. Όλοι οι πολίται οφείλουν να αναπτύσσουν την δραστηριότητα αυτών, αποβλέποντες συγχρόνως εις την υλικήν και πνευματικήν προαγωγήν της χώρας».

Εικόνα της Ηλιούπολης, λίγο πριν το Φθινόπωρο του 1962, τότε που ο Κ. Τσάτσος μελετούσε τους σκοπούς της προτεινόμενης αναθεώρησης

 

Κάπως έτσι γίνεται αντιληπτό η σπουδαιότητα της δραστηριότητας των συνταγματολόγων τόσο για την επιμέλεια των αναθεωρήσεων σε ένα κόσμο που η τεχνολογία κομίζει πρωτόγνωρες συνθήκες, όσο και για την ενημέρωση των πολιτών που θεωρούν ότι οφείλουν να έχουν βασικές γνώσεις στο θέμα αυτό.

Να είναι άραγε πιο χρήσιμος ένας συνταγματολόγος σε ένα κρίσιμο υπουργείο όπως π.χ. το Οικονομικών, το Εξωτερικών ή το Επικρατείας; Να έχει άραγε τα τεχνικά εφόδια να ανταποκριθεί; Τι μας διδάσκει, επ’ αυτού, οι πρόσφατες εμπειρίες μας;