Φανατισμός εναντίον λογικής – (Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025) PDF Print E-mail

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Le Figaro Magazine της 23ης Μαρτίου και έπεσε στην αντίληψή μου, μεταφρασμένο από Χριστίνα Σταματοπούλου, προ ημερών από την έντυπη έκδοση του περιοδικού «άρδην» (τ. Φεβ – Μαρ). Είναι ένα δείγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας των Nadjet Cherigui, Judith Waitraub. Το περιοδικό είναι εβδομαδιαίο ανήκει στον όμιλο της Le Figaro που τοποθετείται στην κεντροδεξιά. Αναγράφω όλα τα στοιχεία, όχι μόνο για να δώσω ταυτότητα στο περιεχόμενο, αλλά και  για να είναι διάφανη η αναφορά.


Το ρεπορτάζ που μεταφράστηκε με ελληνικό τίτλο «Βελγικιστάν» είναι ισχυρά δομημένο, διαφαίνεται ότι δυο κυρίες κόπιασαν να συλλέξουν τα στοιχεία και εμφάνισαν ένα άρτιο αποτέλεσμα. Προφανώς δεν υπάρχει η δυνατότητα να ελεγχθεί η ακρίβεια των περιγραφομένων από κάποιον που δεν έχει περάσει καν από τις Βρυξέλλες. Αλλά αυτό πάντα θα αποτελεί ένα, ας το χαρακτηρίσουμε, αγκάθι. Η δυνατότητα, δηλαδή, διασταύρωσης.

Εκείνο όμως που κάνει εντύπωση από την συγκεκριμένη έρευνα, είναι το πόσο μικρό, στενό, είναι το περιθώριο ανάμεσα σε συγκρουόμενες, τάσεις ή ιδεολογίες που πολύ συχνά φορτίζονται με φανατισμό. Και ο φανατισμός είναι η πιο εύφλεκτη ύλη σε κοινωνικές ομάδες με μικρή παιδεία, κακή κρίση, σχεδόν πάντα εγκλωβισμένες στο περιθώριο.

Εν προκειμένω ο χαρακτηρισμός που μπορεί να αποδοθεί με τόση ευκολία είτε ως «ρατσιστής» είτε ως «ισλαμιστής», σε οποιοδήποτε επιχειρήσει να ακολουθήσει μια εναλλακτική σκέψη πάνω στο πρόβλημα που μαστίζει την Ευρώπη και ειδικά τις Βρυξέλλες όπως μας τα παρουσιάζει το ρεπορτάζ. Όχι πως τον τόπο μας δεν το βιώνουμε, με άλλο περιεχόμενο βέβαια. Η πολιτική αντιπαλότητα που συχνά δεν έχει πολιτική βάση έχει καταβυθίσει τα ημεδαπά ήθη εκτός και εντός Κοινοβουλίου.

Αυτό καθιστά την όποια εναλλακτική θεώρηση, την πιο ψύχραιμη, ήπια ματιά εκτός πραγματικότητας. Αν δεν διαλέξεις στρατόπεδο, περνάς στο περιθώριο. Έχει άραγε συμβάλει σε αυτό η τρέχουσα δημοσιογραφική πρακτική; Το ερώτημα είναι ρητορικό, διότι η απάντηση είναι προφανής: Ναι.

Μια, ακόμα υποστήριξη στο "ναι" βρήκα, όλως τυχαίως, προχθές στο τ. 166 του περιοδικού Books journal όπου ο Π.Φ. Κωνσταντινίδης μας παρουσιάζει το βιβλίο της Kathryn J. McGarr, "City on Newsman, Public Lies and Professional Secrets in Cold War Washington". (Δημόσια ψέματα και επαγγελματικά μυστικά στην Ουάσινγκτον του Ψυχρού Πολέμου).

Εκεί λοιπόν, εκτίθεται όλο το σενάριο της σύντηξης ανάμεσα στο Λευκό Οίκο, το Κογκρέσο και τα υψηλά στελέχη της Δημοσιογραφίας. Μάλιστα ο αρθρογράφος αποκαλεί τη σχέση "αιμομικτική", φέροντάς μας το ξεχωριστό παράδειγμα των φιλικών και στενών σχέσεων του J.F.K με τον διευθυντή της Washington Post, B. Bradlee, που περιγράφεται άριστα και στην ταινία «The post».

Αν πάμε λίγες δεκαετίες νωρίτερα πριν την αποκάλυψη των Pentagon Papers, συμβαίνει κάτι ακόμα πιο απειλητικό. Μικρές ομάδες δημοσιογράφων σε κλειστές συσκέψεις μάθαιναν απόρρητες εξελίξεις από αξιωματούχους των Η.Π.Α. αλλά δεν τους ήταν επιτρεπτό να τις δημοσιεύσουν. Δημοσίευαν ότι συμφωνούσαν με τις πηγές τους.

Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα χειραγώγησης του Τύπου ήταν η συμπεριφορά των New York Times που προέβαλε, στήριξε την κυβέρνηση Bush στο θέμα ύπαρξης χημικών όπλων στο Ιράκ, προετοιμάζοντας, ενισχύοντας το κλίμα για την εισβολή. Χημικά δεν βρέθηκαν ποτέ, αλλά και άλλες εφημερίδες λειτούργησαν ως γ.Τ. της κυβέρνησης.

Όλα τούτα καταδεικνύουν πόσο δύσκολη είναι η ουσιαστική και αντικειμενική ενημέρωση και πόσο εύκολο είναι να παρασυρθεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των πληθυσμών ανά τη γη, ειδικά τα φτωχά στρώματα, σε λάθος μονοπάτια ποτισμένα με ακραίο φανατισμό. Τα αποτελέσματα να αντικρίζουμε καθημερινά.