Βιβλίο

Αρκετά γνωστή η διαμάχη για το ποιος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.

Tούτη η ενότητα, αφιερώνεται σε όσους πιστεύουν ότι οι σελίδες των βιβλίων, μπορούν να διεκδικήσουν αυτή τη διάκριση.




Δημοσθένης Παπαμάρκος: Γκιακ (Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019) PDF Print E-mail

«Έχεις υπ' όψιν σου το Γκιακ του Δημ. Παπαμάρκου»; ρώτησε ο Τι Έιτς. Κι επειδή δεν το είχα, την επόμενη μέρα μου το ενεχείρισε, χαρίζοντάς το. Φρόντισε, μάλιστα, να μου αναγνώσει ένα μικρό τμήμα, το οποίο αμέσως κέντρισε το ενδιαφέρον μου.

Πρωτότυπο εξώφυλλο,  ενδιαφέρον τίτλος, με επεξήγηση τι σημαίνει Γκιακ (αίμα, δεσμός συγγένειας που προκύπτει από κοινή καταγωγή, συγγένεια αξ αίματος, φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, φυλή - όλα στα αρβανίτικα), και προφανώς στοιχείο επιτυχίας ότι η συγκεκριμένη έκδοση ήταν η ΙΑ', ενδέκατη για να το εκφράσουμε αριθμητικά.

Παρηγορητικό που μια τόσο διάφορη ιδέα, δομημένη τόσο ξεχωριστά, συγκεντρώνει την αγάπη του αναγνωστικού κοινού, σημάδι ότι πέρα από φέισμπουκ, ίνστα και τιβί υπάρχει και μια άλλου είδους ζωή. Σε μια χρονική περίοδο που η ελληνική γλώσσα διολισθαίνει σε μια πορεία εκπτωτική, έρχεται ο Δημ. Παπαμάρκου και ζωντανεύει λέξεις, εκφράσεις, νοήματα ξεχασμένα.  Κι αν οι λέξεις είναι τα υλικά, δομεί τα διηγήματά του με ανθρωπιά, με βάθος και φαντασία, φτάνοντας σε ένα πολύ συγκινητικό αποτέλεσμα.

Ο συγγραφέας στήνει το σκηνικό του στην αμέσως επόμενη χρονική περίοδο, της μικρασιατικής καταστροφής. Αυτή την μεγάλη πληγή, που έπεται ενός εθνικού διχασμού και προηγείται του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφύλιου σπαραγμού. Πυκνή πολύ πυκνή, και περισσότερο τραυματική η πρώτη πεντηκονταετία του 20ου αιώνα, για τον τόπο.

Οι αφηγήσεις του σπαραξικάρδιες, οι πρωταγωνιστές του άνθρωποι της καθημερινότητας που οι συνθήκες τους μετατρέπουν σε ήρωες ή σε φονιάδες, σε ανυποχώρητους μπροστά στα αξεπέραστα  διλήμματα, που έρχονται απρόσκλητα. Αρωγός σε σε αυτές τις συνθήκες η φτώχεια, κάθε είδους φτώχεια, οι δεισιδαιμονίες, οι βαριές σκιές της θρησκειάς και, ασφαλώς, οι αδικίες.

Read more...
 
Antonio Ferrari: Η αληθινή ιστορία της απαγωγής του Α. Μόρο – (Σαββάτο 10 Αυγούστου 2019) PDF Print E-mail

Για κάποιους που έχουν παρακολουθήσει στενά, με ενδιαφέρον και ανοικτά την κορύφωση του δράματος στη γείτονα χώρα, η έκδοση του διακεκριμένου δημοσιογράφου  αποτελεί μια ακόμα χρήσιμη συμβολή, ακόμα και αν αμπαλάρετε με το περιτύλιγμα της μυθιστοριογραφίας.

Κατ΄ αρχάς οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την μακρά και υψηλή πορεία στο δημιουργό. Ο An. F. δεν είναι κάποιος τυχαίος. Επί δεκαετίες ουσιαστικό στέλεχος της Corriere della Sera, με πλουσιότατες παραστάσεις ως επαγγελματίας, έχοντας συνομιλήσει με τον Αραφάτ, τον Σαρόν, τον Καντάφι, τον Χουσεΐν, τον Μπασάρ Ελ Ασσαντ, τον Μουμπάρακ. Με πάμπολλες αποστολές και βαθιά γνώση της πολιτικής και των πολιτικών, εντός και εκτός Ιταλίας.

Το αφήγημά του είναι πολυπρόσωπο, πολυεπίπεδο, πολυεθνικό και μεταφέρει τα της απαγωγής και δολοφονίας του Χρηστιανοδημοκράτη ηγέτη σε μια άλλη διάσταση. Αυτό όμως που μας προξενεί το ενδιαφέρον είναι η θέση του, ό,τι ο  Μόρο εν πρώτοις ελευθερώθηκε από τα δεσμά του και αργότερα εκτελέστηκε, με εξωγενή των Ερυθρών Ταξιαρχιών παρέμβαση.

Ο ίδιος σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Antonio Sanfrancesco του Ιταλικού σάιτ illibraio.it, δήλωσε: «Δεν είμαι φανατικός των θεωριών συνωμοσίας, αλλά ποτέ δεν είμαι ικανοποιημένος με τις επίσημες δηλώσεις. Δεν είμαι αφελής, ξέρω η καθαρή αλήθεια είναι μια χίμαιρα. Η εξάλειψη των ψεμάτων, ωστόσο, είναι ένα πρώτο βήμα προς την αλήθεια ».

«Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο πρόεδρος των Χριστιανοδημοκρατών ελευθερώθηκε και σκοτώθηκε αργότερα. Δύο μήνες, από την απαγωγή έως την εύρεση της σορού, είναι πολλοί. Η πλειοψηφία των Ερυθρών Ταξιαρχιών ήθελε να απελευθερώσει τον Μόρο, μια μειοψηφία, μολυσμένη από τη γαλλική σχολή Υπερίωνα (Kyrie στο βιβλίο) ήθελε το αντίθετο. Είμαι πεπεισμένος για αυτό και μερικοί δικαστές μου το έχουν επιβεβαιώσει.

Read more...
 
Β. Σολωμού Ξανθάκη: ο Γάμος – (Τρίτη 23 Ιουλίου 2019) PDF Print E-mail

Γεννημένη στα Αμπελάκια Θεσσαλίας, η συγγραφέας, έρχεται το 1975, δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη λογοτεχνική της εμφάνιση, να αφηγηθεί μια ιστορία, που ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Μια πλοκή, συρραφή από γεγονότα που πιθανότατα έζησε ή άκουσε από τους αρχαιότερους.

Κεντρικό πρόσωπο, ηρωίδα της, μια γυναίκα που σηκώνει μεγάλους και βαρείς σταυρούς σ’ όλη της την γήινη τροχιά. Σημειώνει στην εισαγωγή της: «..ας είναι μια αναφορά στη γυναίκα του παρελθόντος, στη μάνα μας, στη θείτσα μας, στη γιαγιά μας που μέσα από χίλια παραδρόμια μας έφεραν μέχρις εδώ, εμάς γυναίκες του 1975, μελετητές ή ιέρειες ή το περισσότερο αρνητές της μοίρας τους».

Θα κλείσει δε, το εισαγωγικό της σημείωμα γράφοντας: «Ακόμα, αν κάποιες οικογένειες του χωριού αναγνωρίσουν τη μυστική ιστορία τους, ας ξέρουν πως μέσα μου υπήρξε πιο μυστική απ’ τους ίδιους, κι αν κάπου δουν πως δεν αγγίζω μ’ όση ιερότητα θάπρεπε τα πράγματα, εκεί ας με συγχωρέσουν. Δεν έχω δικαιολογία».­

Το πόνημά της αποτελεί μια καταγραφή της επαρχίας. Της επαρχίας του μόχθου, της αγωνίας, της φτώχιας. Κι’ από κοντά της δεισιδαιμονίας, της βίας και της σκληρότητας.

Η εικόνα που συνάγει ένας σύγχρονος πολίτης των αστικών κέντρων, που σήμερα επισκέπτεται την Ελληνική επαρχία ως ταξιδιώτης, είναι ολότελα διαφορετική, από τις συνθήκες που επικρατούσαν τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Ειδικά για όσους ήταν υποχρεωμένοι να επιζήσουν, να παλέψουν για τον επιούσιο.

Read more...
 
O αδιάφορος και η τράπεζα – (Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019) PDF Print E-mail

Πρωτομηνιά. Τράπεζα. Το χαρτάκι προτεραιότητας γράφει 10:28 π.μ. & μέσος χρόνος αναμονής 28 λεπτά. Φέρει το νο 095. Μια ματιά στο φωτεινό ταμπλώ μαρτυρά πως εξυπηρετεί το 062. Πρώτη εκτίμηση: Αποκλείεται δυο teller να εξυπηρετήσουν 33 πελάτες σε 28 λεπτά. Ο αλγόριθμος, ή οτιδήποτε άλλο υπολογίζει το χρόνο αναμονής έχει πέσει έξω.

Κάθισμα σε επιτελικό σημείο ώστε να είναι ορατά τα ταμεία και οι περιμένοντες. Από το σακίδιο εξάγεται ο Αδιάφορος του M. Proust, σελίδες μικρού μεγέθους 69 μαζί με το μικρό, ζουμερό, εικονογραφημένο βιογραφικό του συγγραφέα.

Στο μπιλιετάκι προτεραιότητας αναγράφει με κεφαλαία: ΜΗ ΜΕΝΕΤΕ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ! ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΘΕΙΤΕ ΣΤΑ ΑΤΜ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ EASY PAY ΑΜΕΣΑ. Ακούγεται ολίγον ειρωνικό καθότι το ένα από τα δύο μηχανήματα ήταν εκτός λειτουργίας και η ουρά στο άλλο αγωνιζόταν να κρατηθεί σε μονοψήφιο νούμερο. Όλοι όρθιοι στωικά αναμένοντες.

Μιλώντας όμως για νούμερα να και ένας εβδομηκοντούτης με πολύ προσεγμένο κορμί και ακόμα πιο προσεγμένη προσπάθεια ανάδειξής του. Πορτοκαλί αθλητικό παπούτσι, κολλητό φανελάκι με τους ώμους έξω, και επιδερμίδα  εγγύς στο χρώμα του Ray Charles, αν και μέλος της λευκής φυλής. Σορτς, μπέιζμπολ καπέλο, φορεμένο ανάποδα. Ευθυτενής πολύ άνετος. Περιφερόταν αγέρωχα ως σύμβολο αειθαλούς, επιτυχούς ναρκισσισμού.

Πίσω στον αδιάφορο του Marcel που περιγράφει την περιπέτεια της πανέμορφης χήρας Μαντλέν: «Αν η ομορφιά της ήταν οπλισμένη για να τον νικήσει, άλλο τόσο οπλισμένο ήταν και το πνεύμα της για τον κρίνει. Ήταν έτοιμη να κόψει σαν πικρό λουλούδι τη χαρά να τον βρίσκει κατώτερο και γελοία δυσανάλογο με τον έρωτα που ένιωθε για κείνον.»

Από δίπλα όμως, ακούγεται ο ήχος κλήσης κινητού. Ο μεσήλικας ιδιοκτήτης του, ρουφά μια γουλιά από το περιεχόμενο της πλαστικής συσκευασίας, εις επήκοον σχεδόν όλων:

Read more...
 
Μάνος Τσιμιλίδης: Ο Άγιος Μάγκας - (Δευτέρα 1η Ιουλίου 2019) PDF Print E-mail

Η  πρόσφατη απώλεια του Στέλιου Βαμβακάρη ήταν μια πρώτης τάξεως προτροπή για επιστροφή στις σελίδες του βιβλίου του Μάνου Τσιλιμίση. Εκεί καταγράφει τις εντυπώσεις, τις μνήμες, τα βιώματα του Στέλιου, γιού του Μάρκου που από μικρό παιδί ακολούθησε θεσμικά μα και κυριολεκτικά τα βήματα του πατέρα του.

Ο Στέλιος γεννήθηκε το ’47, σε μια Ελλάδα που μάστιζε ο Εμφύλιος, σε έναν τόπο φτωχό, ρημαγμένο και διχασμένο, από ένα πατέρα που το βάθος και το εύρος της καλλιτεχνικότητάς του έγινε αντιληπτό μετά το θάνατό του.  Μοιραία, τα βήματά του ήταν δύσκολα. Μερικά αποσπάσματα από την αφήγησή του και την καταγραφή τους από τον Μ.Τ. είναι ενδεικτικά.

«Στη Σύρα εγώ πήγα πρώτη φορά το ’57 – ’58, μαζί με τον πατέρα μου. Έκτοτε ξαναπήγαμε πολλές φορές για να τραγουδήσουμε στις ταβέρνες και να μαζέψουμε δεκάρες και φργκοδίφραγκα στο πιατάκι μας. Το πιατάκι το έβγαζα εγώ. Ήμουνα εξασκημένο ζητιανάκι». (σ.63)

Στη συνέχεια αφηγείται μια εργάσιμη μέρα μαζί με τον πατέρα του, που ξεκινούσε από το καφενείο του Αβραάμ, συνεχιζόταν στα πατσατζίδικα και τα κοτοπουλάδικα του Ρέντη, και τέλειωνε τις μικρές ώρες σε ταβέρνες.

«Όπου πήγαινε να παίξει, μ’ έπαιρνε μαζί του. Έκανα μια χαρά τη δουλειά μου. Ήμουν ο  μικρός με τον μπαγλαμά. Καθόμουν όλη τη νύχτα δίπλα του, κοντά του και τον συνόδευα σε πέντ’ έξι τραγούδια, για να μας βλέπει ο κόσμος και να γίνεται το νταραβέρι, να συγκινούνται οι θαμώνες  και να πέφτει κάνα φράγκο στο πιατάκι ή να μας κολλάνε τη χαρτούρα στο κούτελο». (σ.109)

Read more...
 
<< Start < Prev 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 Next > End >>

Page 1 of 31